«Ο μπαμπάς σου έχει γκόμενα…»

mpampasgomena

Της Ρομίνας Ξύδα

Οκτάχρονο κορμί, κουλουριασμένο στο κλιμακοστάσιο, στο μείον ένα. Ασανσέρ παγωμένο στον τέταρτο όροφο του «διαμερίσματος με θέα». Εκεί τσακώνονται ο μπαμπάς και η μαμά. Δεν θυμάται λέξεις, δεν «βαρυστομαχιάζει» βρισιές, μόνο «ξερνάει» εικόνες. Την κουρελιασμένη κουρτίνα του σαλονιού, την βαλίτσα με τα ρούχα του μπαμπά, την σπασμένη κορνίζα με την οικογενειακή φωτογραφία, τα «δικά της», τα «δικά του», την κούκλα που ξέχασε να πάρει μαζί της πάνω στον πανικό. Κρυώνει; Ζεσταίνεται; Φοβάται; Πονάει; Κανείς δεν νοιάζεται να μάθει. Ο μπαμπάς και η μαμά δεν έχουν χρόνο για αυτά. Τσακώνονται…

«Ο μπαμπάς σου έχει γκόμενα! «Ένα βάζο σπάει. H μικρή κλείνει τ’ αυτιά της για να μην ακούει, κρύβει τα τους καρπούς της μη και πληγιαστούν. Οι γείτονες παρακολουθούν, οι συγγενείς σχολιάζουν, οι φίλοι προσπαθούν, οι δικηγόροι ορίζονται, οι πληγές επωάζουν. Η μικρή κάθεται ακόμη εκεί. Στην ίδια ακριβώς θέση. Ο καβγάς τελειώνει, η αστυνομία την εντοπίζει στο μείον ένα του παιδικού της εαυτού. «Το βρήκαμε το παιδί», φωνάζουν στον μπαμπά και τη μαμά. «Μην το ξανακάνετε αυτό… Φοβήθηκε πολύ…» Η μαμά την αγκαλιάζει, ο μπαμπάς δεν μιλά, ο πόλεμος αρχίζει, η έκβασή του, ήττα αδιαπραγμάτευτη.

«Ο μπαμπάς σου έχει γκόμενα!» Μαμά και κόρη φεύγουν. Από το σπίτι, από το παρελθόν, από την συνήθεια του ν’ αγαπάς και ν’ αγαπιέσαι, από την σιγουριά του να είσαι γυναίκα και παιδί. Η μικρή μεγαλώνει. Με ουσιαστικά το μίσος, τις διατροφές, τα Σαββατοκύριακα, τα δικαστήρια, την αντιπαλότητα, τον έρωτα που έσπασε όπως ακριβώς και το καλό βάζο της μαμάς. Η μικρή ενηλικιώνεται. Με υποκείμενα τους άνδρες που κάποτε θα την πληγώσουν όπως ακριβώς έκανε ο μπαμπάς στην δική της μαμά. Η μικρή εκδικείται. Με αντικείμενα τους έρωτες που δεν μπόρεσε ποτέ καρπωθεί, φτηνά υποκατάστατα φευγαλέων «σ’ αγαπώ». Ουσιαστικά, υποκείμενα και αντικείμενα, όλα τους ειπωμένα και συγχυσμένα από τα χείλη μιας μαμάς και την αποδοχή ενός μπαμπά που κάποτε παραδέχτηκαν μπροστά της: «- Ο μπαμπάς σου έχει γκόμενα» «- Εσύ με οδήγησες εκεί».

«Ο μπαμπάς σου έχει γκόμενα”. Σερβίρισμα θανατηφόρας ατάκας που η μικρή θα αναπαράγει ασυνείδητα, σχεδόν εμμονικά, σε όλες τις μετέπειτα σχέσεις της ζωής της. Οι ειδικοί υποστηρίζουν πως αν έχει δύναμη, θα ξαναδιαβεί κάποτε την λεωφόρο της αγάπης. Πως αν της περισσεύει τόλμη θα μπουσουλήσει χωρίς δανεικές πατερίτσες τις λεωφόρους του έρωτα. Πως αν διαθέτει τσαμπουκά θα καρπωθεί όλα όσα της στέρησαν κάποτε οι άγονες ψυχές των πιο δικών της ανθρώπων. Και θα κλάψει, και θα γελάσει, και θα ενηλικιωθεί, και θα επουλώσει τις πληγές, και θα γίνει και σύζυγος, και μάνα, και γιαγιά, και γυναίκα. Μα ποτέ, μα ποτέ, δεν θα ξεχάσει το κλιμακοστάσιο των οκτώ της ετών, τη μάνα που ούρλιαζε «ο μπαμπάς σου έχει γκόμενα», το κενό βλέμμα του ελάχιστου πατέρα, τους αστυνομικούς με τα λυπημένα μάτια, το σπασμένο βάζο, τις κουρελιασμένες κουρτίνες, τις ξεχειλωμένες πληγές, τα μικρά όνειρα κι εκείνη την κούκλα που από φόβο ή πανικό δεν πρόλαβε να πάρει μαζί της…

   

Άφησε ένα σχόλιο

*