Φοβάμαι. Μ’ακούει κανείς;

fovamai babyads

Δεν θέλωωωωωωωω… Πάμε να φύγουμε… Πάμε στο αυτοκίνητο… Δεν θέλω, πάμε σπίτι….
ΦΟΒΑΜΑΙ.
Φωνάζω τόση ώρα άλλα κανείς δεν με ακούει..
Προσπαθούν να με δελεάσουν με καραμέλες και παιχνίδια στο κινητό. Μου τάζουν πως άμα μπω, κάνω την εξέταση και φύγουμε, θα πάμε να μου αγοράσουν εκείνα τα ρομπότ που θέλω. Τίποτα απ’αυτά δεν είναι ικανό να μου αλλάξει γνώμη… Τίποτα από αυτά δεν είναι ικανό να μετριάσει τον φόβο μου για τα νοσοκομεία, τους γιατρούς, τις νοσοκόμες, τις ενέσεις και τις άσπρες μπλούζες.
“Σταμάτα να κλαις”, μου φωνάζει η μαμά μου. “Κοίτα, κοίτα το κοριτσάκι πως σε κοιτάζει… σε κοροϊδεύει… Α! κλαίει αυτός, λέει… Δεν είναι μεγάλο αγόρι 5 χρονών, αλλά μωρό…”
Μα εγώ δεν μπορώ να σταματήσω. Τους εκλιπαρώ να με πάρουν από κει. Δεν το αντέχω…
“Πάψε επιτέλους!”, φωνάζει ο πατέρας μου. “Ε, βέβαια” λέει στη μαμά μου, “είναι φοβητσιάρης και δειλός σαν τον πατέρα του” και αρπάζοντάς με από το χέρι,  με βγάζει έξω από το νοσοκομείο.
Μόλις βγαίνουμε, αρχίζει να φωνάζει και να βρίζει και να μου λέει πως τους βασανίζω και πως είμαι δειλός και φοβητσιάρης και πως είτε το θέλω είτε όχι θα μπω να κάνω τον υπέρηχο.
Εγώ παρ’όλα αυτά, δεν μπορώ να σταματήσω να φοβάμαι και να κλαίω… Το πρωί ήρθαμε πάλι εδώ και μου πήρανε αίμα και με πόνεσαν πολύ και έκλαιγα και φοβόμουνα και ένιωθα πάλι πως δεν με καταλαβαίνουν. Δεν θέλω να ξαναμπώ εκεί μέσα…
Μια κυρία με άσπρη μπλούζα με πλησιάζει και με ρωτάει γιατί κλαίω. Βλέποντάς την, νομίζω πως θα με πάρει μέσα και αρχίζω να ουρλιάζω. Τότε ο πατέρας μου της λέει ότι είμαι φοβητσιάρης και με ρωτάει δυνατά “Τι φοβάσαι ε;;; όχι πες μας, τι φοβάσαι;;;”…
Η μαμά μου το μόνο που κάνει είναι να μου λέει ότι τους κάνω ρεζίλι, και ότι όλοι μας κοιτάζουν και μας κοροϊδεύουν και ότι ο κόσμος να χαλάσει θα την κάνω την εξέταση στην κοιλιά μου.
Αχ… Να με έπαιρνε τώρα μια αγκαλιά, να με πήγαινε λίγο παραπέρα και να μου έλεγε ότι με καταλαβαίνει, και ότι μ’αγαπά και ότι θα είναι δίπλα μου συνέχεια και ότι δεν θα αφήσει κανέναν να μου κάνει κακό και ότι δεν θα πονέσω γιατί δεν θα μου κάνουν ένεση, παρά θα μου βγάλουν μια φωτογραφία στην κοιλιά και πως όλα θα τελειώσουν γρήγορα και θα πάμε ξανά στο σπίτι μας και θα μείνουμε όλο το βράδυ αγκαλιά…
Τελικά μετά από 40 λεπτά ατελείωτου κλάματος και διαπραγματεύσεων με μια καλή κυρία που ήρθε να με σώσει, έκανα την εξέταση και ευτυχώς όλα πήγαν καλά. Δεν πόνεσα καθόλου, ούτε με ξανατρύπισαν. Όμως η ψυχή μου, η καρδιά μου και όλο μου το είναι, βίωσαν για ακόμα μια φορά τον φόβο, την ανασφάλεια, την αμφισβήτηση, την ταπείνωση και την έλλειψη σεβασμού, για το καλό μου…

{Αληθινό περιστατικό, του οποίου υπήρξα μάρτυρας πριν από μερικές μέρες, σε κάποιο νοσοκομείο της Αθήνας. Ένα κείμενο που προέκυψε μέσα από την ανάγκη μου να εκφράσω τη λύπη μου, για όλες εκείνες τις φορές που κι εγώ με την σειρά μου δεν έχω σεβαστεί και καταλάβει τις ανάγκες του παιδιού μου.}

Σας φιλώ
   

Άφησε ένα σχόλιο

*