Ο Άγγλος βιαστής και η θλιβερή μας κοινωνία

viastiskriti

Βίαζε και κακοποιούσε επί σειρά ετών τα πέντε θετά παιδιά του στον Ταυρωνίτη Χανίων

Της Ρομίνας Ξύδα

Ήταν λίγο μετά τις 9 το βράδυ της περασμένης Παρασκευής όταν το Μεικτό Ορκωτό Ρεθύμνου καταδίκασε ομόφωνα σε 19 χρόνια κάθειρξη, τον 56χρονο Βρετανό Ντάγκλας Μπαρ για βιασμό κατ΄ εξακολούθηση και κατάχρηση ανηλίκου σε ασέλγεια από οικείο. Μία τιμωρία που όσο δίκαιη κι αν είναι δεν πρόκειται ποτέ να επουλώσει τις πέντε τραυματισμένες παιδικές ψυχές που μεγάλωναν στα χέρια του τέρατος από την Μεγάλη Βρετανία…

Είναι το 2007 όταν ο Ντάγκλας Μπαρ μαζί με την σύζυγό του Τζούλι μετακομίζουν από το Λιντς της μεγάλης Βρετανίας στον Ταυρωνίτη Χανίων. Στο ένα τους χέρι κρατούν τα πέντε υιοθετημένα παιδιά τους, τη 12χρονη Τζέιντ, τον 11χρονο Ράιαν, την 8χρονη Τζένιφερ, την 4χρονη Εϊμι και τον μόλις 2 ετών Λέβι, και στο άλλο το μηνιαίο εισόδημα των 6.300 ευρώ που τους δίνει το βρετανικό κράτος για το μεγάλωμα των παιδιών. Από τους πρώτους κιόλας μήνες της διαμονής τους στο όμορφο χωριό της Κρήτης, οι γείτονες αντιλαμβάνονται ότι κάτι δεν πάει καλά. Τα παιδιά είναι θλιμμένα, χτυπημένα, παραμελημένα, αποκομμένα από κάθε κοινωνική συναναστροφή. Ωστόσο, όλοι κοιτούν, κανείς δεν μιλά…

Όσο τα χρόνια περνούν τόσο τα βάσανα των πέντε μικρών παιδιών μεγαλώνουν. Οι δύο μεγαλύτερες κόρες βιάζονται τακτικά από τον αλκοολικό Βρετανό, το μεγαλύτερο αγόρι υπόκειται στο βασανιστήριο των επαναλαμβανόμενων απειλών κατά της ζωής του και τα δύο μικρότερα παιδιά διδάσκονται μόνο το ξύλο, τις φωνές και την απροκάλυπτη βία. Ωστόσο, όλοι κοιτούν, κανείς δεν μιλά…

Η μεζονέτα, με τον καταπράσινο κήπο και την μεγάλη πισίνα, όπου διαμένει η επταμελής οικογένεια έχει μετατραπεί σ” ένα πραγματικό κολαστήριο: η μάνα κάθε φορά που πίνει εκσφενδονίζει μαχαίρια προς τα δυστυχισμένα παιδιά, ο πατέρας τα πετάει, τρικλίζοντας, σε σκοτεινά υπόγεια, και οι δύο μαζί τα χτυπούν, τα βρίζουν, τα βασανίζουν με κάθε τρόπο και με κάθε μέσον. Ωστόσο, όλοι κοιτούν, κανείς δεν μιλά.

Τα παιδιά μετατρέπονται σε δούλους μιας άλλης εποχής: καθαρίζουν το σπίτι, πλένουν, μαγειρεύουν, σιδερώνουν, κλείνουν τα βιβλία, αμελούν τα μαθήματα, κόβονται από το σχολείο, ξεκόβονται από το μέλλον τους. Το ένα από τα κορίτσια, η Τζένιφερ, πηγαίνει στο γυμνάσιο της περιοχής με το κεφάλι και τα φρύδια ξυρισμένα, με μελανιές στο σώμα, με δάκρια στα μάτια. Ωστόσο, όλοι κοιτούν, κανείς δεν μιλά…

Όλοι κοιτούν, κανείς δεν μιλά, μέχρι την στιγμή όπου ένα τυχαίο γεγονός, ένα τροχαίο, ανοίγει τα στόματα και την κλειδαμπαρωμένη μεζονέτα-κολαστήριο του Ταυρωνίτη. Τότε, όλοι μιλούν, όλοι καταθέτουν, όλοι θυμούνται, όλοι γνωρίζουν. Δεν είναι αργά για τιμωρία του δράστη, είναι όμως αργά, πολύ αργά, για συγχώρεση μιας κοινωνίας που ενώ ξέρει δεν μιλά. Είναι αργά, πολύ αργά, για να δώσεις δικαιολογητικά στην γειτόνισσα που ακούει κραυγές μικρών παιδιών και κλείνει τ” αυτιά της, στον δάσκαλο που βλέπει μαθήτριες με ξυρισμένα κεφάλια και κλείνει τα μάτια του, στην μικρή κοινωνία που ενώ γνωρίζει την φρίκη του διπλανού της κλείνει ορμητικά την πόρτα μη και τρυπώσει ο “διάολος” και στο δικό της σπιτικό. Στην παρούσα φρικιαστική ιστορία, ένοχο δεν είναι μόνο το παρανοϊκό ζευγάρι των Βρετανών αλλά και μια ολόκληρη κοινωνία που ενώ ξέρει σωπαίνει, που ενώ ακούει κωφεύει, που ενώ βλέπει υποδύεται την αόματη. Αυτό είμαστε! Μια αόματη κοινωνία που έχει μάτια μόνο για την πάρτη της. Την μικρή, την τραγική, την τιποτένια της πάρτη…

   

Άφησε ένα σχόλιο

*